Κύστεις επιδιδυμίδας

Οι  κύστες επιδιδυμίδας είναι καλοήθεις, μονόχωρες, με περιεχόμενο υγρό διαυγούς σύστασης και επένδυση από κυβοειδές ή κυλινδρικό επιθήλιο1,2. Είναι συχνότερες μετά την ηλικία των 40 ετών1,2. Σε μια αντιπροσωπευτική εργασία των Niedzielski J, Miodek M, Krakos M.1  που μελέτησαν 45 περιπτώσεις εφήβων με ενδοπαρεγχυματικές κύστες επιδιδυμίδας, διαπιστώθηκε  ότι στο 75-80% των περιπτώσεων είναι μονήρεις, στο 20%  υπήρχαν δυο –κύστες- και στο 5% υπήρχαν  3 ή περισσότερες (μονόπλευρα ή αμφοτερόπλευρα).

Αφορμή για τη διάγνωση μπορεί να είνα α) η απεικονιστική διερεύνηση  στα πλαίσια επώδυνου οσχέου  β) η επισκόπηση της ενδοοσχεικής σφαιρικής διόγκωσης και ακολούθως η ψηλάφηση της  και η διαφανοσκόπηση της από τον κλινικό γιατρό και γ) η τυχαία ανεύρεση της σε υπερηχογράφημμα οσχέου που διενεργείται για άλλη πάθηση.

Να σημειωθεί ότι στο 0,8% των εφήβων που υποβάλλονται σε υπερηχογράφημμα οσχέου ανευρίσκεται τυχαία ενδοπαρεγχυματική κύστη επιδιδυμίδας1. Πρόκειται ουσιαστικά για εξωορχικής εντόπισης κυστική εξεργασία που έχει  ομοιότητες με την σπερματοκήλη όσον αφορά στη σύσταση του υγρού και την ιστολογία της κάψας. Διαφέρει από αυτή α) στην εντόπιση καθώς η  μεν σπερματοκήλη εξορμάται –σχεδόν πάντα –από την κεφαλή της  επιδιδυμίδας, ενώ η κύστη επιδιδυμίδας  προέρχεται  από οποιδήποτε μοίρα της επιδιδυμίδας  και  β) στη σύσταση του υγρού καθώς  στη  σπερματοκήλη  ανευρίσκεται σπέρμα.

 

Οι μικροί ασθενείς έχουν ελεύθερο ατομικό αναμνηστικό και εκδηλώνουν επώδυνο ημιόσχεο. Κατά την κλινική εξέταση μπορεί να είναι εμφανής η διόγκωση που αντιστοιχεί στην κύστη επιδιδυμίδας ενώ μπορεί να είναι  δυνατή η ψηλάφηση του ευκίνητου κυστικού  μορφώματος με μαλθακή σύσταση  με σαφή ευαισθησία  της κεφαλής της επιδιδυμίδας(εικόνα 1) .Η διαφανοσκόπηση της κυστικής βλάβης είναι ενδεικτική της παρουσίας υγρού με  λεπτόρρευστη  σύσταση στο εσωτερικό της . Ο  όρχις είναι ορθότοπος και ανώδυνος .

kisteis
Εικόνα 1(α,β). Περίπτωση όπου η ενδοπαρεγχυματική κύστη επιδιδυμίδας είναι εμφανής επισκοπικά(α) . Η εικόνα της κύστης αυτής με διάμετρο 1,5 εκατοστά  διεγχειρητικά (β).

 

Απαραίτητος είναι ο υπερηχογραφικός έλεγχος  α) του οσχέου που αναδεικνύει μονόχωρη λεπτοτοιχωματική κύστη εντός του παρεγχύματος της κεφαλής της επιδιδυμίδας ,και   β) υπερηχογράφημα νεφρών- ουρητήρων-κύστης.

 kysteis-2

Εικόνα 2. Υπερηχογραφική απεικόνιση    ενδοπαρεγχυματικής  κύστης  επιδιδυμίδας.

Ακολουθεί  εγχειρητική αντιμετώπιση σε εκλεκτική βάση με γενική ενδοτραχειακή αναισθησία. Η προσπέλαση είναι τυπική με εγκάρσια τομή στην μεσότητα του ημιοσχέου, διάνοιξη του δαρτού, της έξω σπερματικής, της κρεμαστήριας και της έσω σπερματικής περιτονίας, του κοινού και του ιδίως ελυτροειδή χιτώνα και ακολούθως εξωτερίκευση του όρχεως και της επιδιδυμίδας. Αναγνωρίζεται η ενδοπαρεγχυματική κύστη στην κεφαλή της επιδιδυμίδα και ακολουθεί εκπυρήνιση και αφαίρεση της χωρίς να ραγεί. (Εικόνες 3,4).

 

kysteis-3
Εικόνα 3.  Κύστη επιδιδυμίδας. Παρατηρήστε πως η κύστη επιδιδυμίδας καταλαμβάνει  την κεφαλή της επιδιδυμίδας.

 

kysteis-4
Εικόνα 4.  Η αφαιρεθείσα κύστη επιδιδυμίδας με διάμετρο 3,8 εκατοστών.

Η κάψα της επιδιδυμίδας συγκλείνεται  με συνεχή ραφή με λεπτά ράμματα ταχείας απορρόφησης. Το σύμπλοκο όρχις-επιδιδυμίδα επανατοποθετήθηκε στο σύστοιχο ημιόσχεο  και ακολουθεί σύγκλειση του χειρουργικού τραύματος κατά την ανατομική τάξη .

 

Συζήτηση

Οι κύστες της επιδιδυμίδας είναι καλοήθη κυστικά μορφώματα της επιδιδυμίδας.1 Πρόκειται για σπάνια κλινική οντότητα ιδίως στα παιδιά με λιγοστές αναφορές στη διεθνή βιβλιογραφία. Σε μια αντιπροσωπευτική αναδρομική μελέτη 11 ετών οι Homavoon K, Suhre CD και  Steinhardt GF  αναφέρονται σε 20  αγόρια  με μέσο όρο ηλικίας 10.5 έτη με ενδοπαρεγχυματική κύστη επιδιδυμίδας .2 Η συχνότητα των κύστεων επιδιδυμίδας διπλασιάζεται μετά την ηλικία των 14 ετών .1,3

Η διαφορική διάγνωση των ενδοπαρεγχυματικών κύστεων επιδιδυμίδας πρέπει να γίνεται από τις  ενδοοσχεικές κυστικές εξεργασίες οι οποίες μπορούν να διακριθούν σε ενδοορχικές, από τις οποίες η απεικονιστική διάκριση είναι πιο εύκολη, ( απλή ορχική κύστη, κύστη ινώδη χιτώνα του όρχι, επιδερμοειδή κύστη) και σε εξωορχικές (κυστικό λεμφαγγείωμα επιδιδυμίδας , σπερματοκήλη, αδενοματοειδής όγκος επιδιδυμίδας ).4

Η αιτιοπαθογένεια των κύστεων της επιδιδυμίδας δεν είναι γνωστή. Ανευρίσκονται συχνά επί κρυψορχίας, κυστικής ίνωσης, νόσου von Hippel-Lindau, πολυκυστικής νόσου των νεφρών καθώς και επί προγεννητικής έκθεσης σε διαιθυλστιλβεστρόλη.2, 5  Σχετικά με την αιτιοπαθογένεια της νόσου έχουν ενοχοποιηθεί α) οι ορμονικές διαταραχές από τοξικούς παράγοντες που δρουν είτε προγεννητικά ( διαιθυλστιλβεστρόλη)  είτε μεταγεννητικά, β) η εκφυλιστική διαδικασία και γ) η προϋπάρχουσα   απόφραξη ή στένωση στα σωληνάρια της επιδιδυμίδας με επακόλουθο την προστενωτική διάταση που εξελίσσεται προοδευτικά σε ανάπτυξη  κυστικής δομής  (ενδοπαρεγχυματικής κύστης)  και  πρόκληση  -πιθανώς- πιεστικών  φαινομένων επί των παρακείμενων βατών σωληναρίων.4  Σε πρόσφατες σχετικά μελέτες υποστηρίζεται η ενδεχόμενη αιτιολογική συσχέτιση των ενδοπαρεγχυματικών κύστεων επιδιδυμίδας με το σύνδρομο ορχικής δυσγενεσίας6,7 .

Με βάση αντιπροσωπευτικές αναδρομικές μελέτες διαπιστώθηκε ότι το μέγεθος των κύστεων επιδιδυμίδας κυμαίνεται μεταξύ 3 mm και 3 cm.1,2,3,4 Μία εκ των κύστεων που αντιμετωπίσαμε (4η περίπτωση)  είχε διάμετρο 3.8 cm, εύρημα που υποδηλώνει ότι οι διαστάσεις  μπορεί να είναι μεγαλύτερες από τις αναφερθείσες στη διεθνή βιβλιογραφία .

Το 51.8-75% των κύστεων επιδιδυμίδας είναι ασυμπτωματικές και ανευρίσκονται τυχαία ενώ το 25-49.2% προκαλεί συμπτώματα2, 3  και το 50%  από αυτές  υποστρέφεται  αυτόματα εντός   χρονικού διαστήματος  12-17 μηνών.2  Στις δικές μας περιπτώσεις, η ένδειξη της χειρουργικής αντιμετώπισης ήταν η εμμένουσα συμπτωματολογία επώδυνου ημιοσχέου.

Συμπερασματικά ,

  • συντηρητική αντιμετώπιση  των ασυμπτωματικών κύστεων με μικρότερη  διάμετρο του 1 cm  και
  • χειρουργική αφαίρεση
  1. των ευμεγεθών ασυμπτωματικών κύστεων  με μεγαλύτερη διάμετρο του 1 cm , που δεν υποστρέφονται μετά από παρακολούθηση  12 -17 μηνών
  2. των κύστεων, ανεξάρτητα από τη διάμετρο τους, που ευθύνονται για επιμένουσα συμπτωματολογία
  3. σε εκδήλωση σημειολογίας οξέος οσχέου λόγω φλεγμονής, ενδοκυστικής αιμορραγίας ή συστροφής της  επιδιδυμίδας δευτεροπαθώς
  4. να σημειωθεί ότι δεν ενδείκνυται η μέθοδος της αναρρόφησης του περιεχομένου και της έγχυσης σκληρυντικής ουσίας  στη παιδική ηλικία .8

Βιβλιογραφία

  1. Niedzielski J, Miodek M, Krakos M. Epididymal cysts in childhood – conservative or surgical approach? Pol  Przegl Chir 2012 84:406-10.
  2. Homavoon K, Suhre CD, Steinhardt GF. Epididymal cysts in children: natural history. J Urol 2004 171:1274-6.
  3. Posey ZQ, Ahn HJ, Junewick J, Chen JJ, Steinhardt GF. Rate and associations of epididymal cysts on pediatric scrotal ultrasound. J Urol 2010 184:1739-42.
  4. Woodward PJ ,Schwab CM, Sesterhenn IA: from the archives of the AFIP : extra testicular scrotal masses: radiologic-pathologic correlation. Radiographics 2003 23:215-40
  5. Steinhardt GF. Editorial comment to epididymal cyst: Not always a benign condition. Int J Urol 2012 20:458
  6. Sharpe RM: hormones and testis development and possible adverse effects of environmental chemicals. Toxicol Lett 2001 120:221
  7. Skakkebaek NE ,Rajpert-Demeyts E: testicular dysgenesis syndrome: an increasingly common developmental disorder with environmental aspects. Hum Reprod 2001 16:972.
  8. Hegazy AF, Atrebi M :management challenges of epididymal cysts in childhood .Med J Cairo Univ 2012 80: 909-12.

 

Κράτα το

Κράτα το

Αφήστε μια απάντηση